Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΡΑΝΑΣΤΑΣΗΣ:Δυο χρόνια πριν, αυτές τις μέρες, από την ίδια καρέκλα και από το ίδιο μέρος κάπου στην Αττική, έγραφα αυτό το κείμενο που σηματοδότησε πολλά, χωρίς να το θεωρώ εγώ σημαντικό.

7-7-2017






















Δυο χρόνια πριν, αυτές τις μέρες, από την ίδια καρέκλα και από το ίδιο μέρος κάπου στην Αττική, έγραφα αυτό το κείμενο που σηματοδότησε πολλά, χωρίς να το θεωρώ εγώ σημαντικό.
Ήταν κάποιες αυτονόητες σκέψεις που ίσως άγγιξαν κάποιους.

Που περιέγραφαν την αγωνία όλων μας μπροστά σε αυτό που βλέπαμε να διαδραματίζεται αλλά δε θέλαμε να πιστέψουμε τότε ότι μπορεί να συμβεί.

Το δημοψήφισμα έγινε τελικά, αν και τα σχέδια ήταν όντως πολύ πιο μεγάλα. Και πολύ διαφορετικά.
Και η προδοσία έγινε, αν και τότε που το έγραφα, η προδοσία δεν ήταν απαγορευμένη λέξη ακόμη.
Το αξίωμα που έθεσα, κατέληξε θεώρημα του αντιθέτου, με πολλαπλές αποδείξεις.

Ο επαναστάτης Αλέξης έγινε ένας περιφερόμενος χαμογελαστός καρπαζοεισπράκτορας των δανειστών.

Κι ας έχουν καταγραφεί κι άλλοι στην ιστορία ως πολιτικά παράσιτα.

Κανείς δεν είχε την ευκαιρία και την εντολή που του δόθηκε από έναν λαό να τα αλλάξει όλα, πριν αποφασίσει να τους πουλήσει όλους και τη χώρα του. Είμαι σίγουρος ότι και για αυτή του την πρωτιά, το γελοίο αυτό ανθρωπάκι αισθάνεται περήφανο.

Λέω, ας τον κρίνουν τα παιδιά του. Τα λαμόγια γύρω του βγάζουν πια εκατομμύρια, πουλώντας τσαμπουκά στα μούτρα μας και κάνοντας ομαδικές επικύψεις στα αφεντικά τους.
Στο όνομα ενός κόμματος που δεν τους ανήκει. Όσοι δουλέψανε για αυτό φύγανε…
Στο όνομα μιας αριστεράς που τη σκοτώνουν, αντιπροσωπεύοντας ό,τι πιο ασύμβατο με κάθε ιδεολογία της. Που χρησιμοποιούν ως άλλοθι της ομαδικής μετάλλαξης και σύμπνοιάς τους προς τα φράγκα, το πιο δηλητηριώδες και άρρωστο κομμάτι της.

Και δυο χρόνια μετά, έχουν αλλάξει πολλά.
Φίλοι φύγανε.
Άλλοι ήρθανε.

Όλοι κρινόμενοι και δυνατοί ή αδύναμοι μέσα σε αυτόν τον πρώτο κύκλο πτώσης της κοινωνίας μας.
Άλλοι άνθρωποι, κοντινοί πολύ, που κάποτε ψάχναμε να βρούμε τρόπους να οργανώσουμε την αντίσταση, γίνανε φίλοι και συνεταίροι με την πιο διεφθαρμένη και άρρωστη εξουσία της μεταπολίτευσης.

Μόνο για να κάνουν τη “δουλειά” τους.

Η δημοσιογραφία δεν υπάρχει πια. Είναι μια ανταλλαγματική προπαγάνδα για τους ενδοτικούς.
Και μια εργασιακή τρομοκρατία, για τους πιο δύσκολους, με όπλο ολόκληρο αυτό το τέρας που στήσανε.

Οι ελάχιστες φωνές, πνίγονται από τους προηγούμενους.

Οι άνθρωποι της διανόησης έχουνε σωπάσει, άναυδοι ή περιμένοντας τα δικά τους ανταλλάγματα.
Οι καλλιτέχνες έχουν κλειστεί στο αυνανιστικό καβούκι τους, περιμένοντας το επόμενο “sold out”, από την Επίδαυρο και τους Βράχους μέχρι τον “πολυχώρο” 20 θέσεων, εκπαιδεύοντας το κοινό στην απάθεια τους.

Χωρίς να τους ενδιαφέρει καθόλου ο άστεγος στη γωνία, η οικογένεια χωρίς ρεύμα λίγο παρακάτω ή τα σπίτια που θα αρπάξουν από μερικούς ακόμα συμπολίτες μας αύριο. Αυτοφιμωμένοι ή γλείφοντας ανελέητα δεξιά-αριστερά οι πιο ισχυροί.

Δε μιλάμε πια… γιατί το Φεστιβάλ του καθεστώτος δε θα μας πάρει για δουλειά μεθαύριο…
Γιατί οι παραγωγοί και τα καθεστωτικά θέατρα, οι υπεύθυνοι χώρων, οι οργανισμοί και τα ιδρύματα θα ενοχληθούνε. Αν είμαστε πολλοί όμως, μπορούμε

Όποιος ασχολείται σήμερα με την αλήθεια -αυτήν την αντικειμενική, που υπάρχει- είναι επικίνδυνος.
Όποιος μιλάει είναι γραφικός.

Όποιος κατονομάζει, πρέπει να απομονωθεί, άμεσα.
Τα θλιβερά υπονοούμενα στο διαδίκτυο λειτουργούν ως πολιτική και θέση.
Οι διαδικτυακές απειλές, γίνανε οι σύγχρονες βεντέτες-παρωδίες, των πιο δειλών από όλους.
Η πολιτική αηδία της Βουλής ξεπερνάει κατά πολύ την αλητεία του πραξικοπήματος των εκλογών του ’15.

Τότε που με την προηγούμενη απαξίωση της ψήφου μας και την ακύρωση της βούλησής μας, καταφέραν να μας κυβερνάει σήμερα το ασύλληπτο 17% του συνόλου!

Η δικαιοσύνη, παραδόθηκε πλήρως. Η αστυνομία εμπεδώθηκε ως ο μόνιμος εχθρός και ο φόβος του πολίτη. Και εκατομμύρια πολίτες στη μέση αυτού του, πολύ καλά κατασκευασμένου, χάους.
Δυο χρόνια μετά, εγώ θα μείνω στη φράση του παιδιού μου που μου λέει σήμερα, “μπαμπά, δε μου αρέσει η χώρα που ζω”… Χωρίς να έχει δει άλλες χώρες.

Δε θα του απαντήσω ποτέ ότι σε άλλες χώρες οι άνθρωποι υποφέρουν πιο πολύ.
Αυτό που του λέω πάντα είναι ότι πρέπει να παλέψουμε για να μην υποφέρει κανένας στον κόσμο.
Κι αν δεν τα καταφέρουμε, μπορεί να εμπνεύσουμε να το κάνουν κάποιοι μετά από εμάς.
Όπως κάνανε κάποιοι σε εμάς, με το δικό τους αγώνα.
Κάποια στιγμή θα νικήσουμε.

Και μπορεί να μας λένε τα παιδιά μας τότε “μπαμπά, μου αρέσει αυτός ο κόσμος που ζω”.
Αν είναι τώρα, θα δικαιώσουμε εμείς και όλους τους προηγούμενους.
Αυτούς που παλέψανε για αυτό, ρισκάροντας τα πάντα.
Και του χρόνου!

Πηγή:Diamantis Karanastasis
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...